ΟΣΕ: Λειτουργεί με πολιτικά κριτήρια, αξιολογείται με επιχειρηματικά
Ημερομηνία δημοσίευσης: 05/05/2010
Τις τεράστιες ευθύνες του κράτους και των διορισμένων διοικήσεων από το ίδιο στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας, οι οποίες τον έφεραν στη σημερινή τραγική οικονομική κατάσταση, παρουσίασαν χθες σε συνέντευξη Τύπου οι επιστημονικοί σύλλογοι εργαζομένων του ΟΣΕ. Ταυτόχρονα με τα αίτια, τις ευθύνες και τις σκοπιμότητες των υπεύθυνων, οι εργαζόμενοι προχώρησαν σε ρεαλιστικές και άμεσα εφαρμοζόμενες προτάσεις και για την επόμενη ημέρα του Οργανισμού, προκειμένου αυτός να καταστεί ακηδεμόνευτος, βιώσιμος και προς όφελος της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.
“Στο μάτι του κυκλώνα, ο ΟΣΕ γίνεται πειραματόζωο για την επιβολή των νεοφιλελεύθερων, αντεργατικών και αντιαναπτυξιακών μέτρων του ΔΝΤ και των γραφειοκρατών της Ε.Ε.”. Με τη φράση αυτή ο Θ. Θεοδωρόπουλος, αντιπρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Πτυχιούχων Μηχανικών Τ.Ε. ΟΣΕ, περιέγραψε το ρόλο που επιθυμεί να αποδώσει στον Οργανισμό η κυβέρνηση με την τρόικα. Στη συνέχεια παρουσίασε τις βασικές αιτίες που έφεραν τον Οργανισμό στη σημερινή κατάσταση. Αναφερόμενος στο θεσμικό πλαίσιο, υπενθύμισε τους νόμους 674/1970 και 1300/1972 με τους οποίους το ελληνικό δημόσιο έχει μια σειρά δικαιωμάτων και υποχρεώσεων απέναντι στον ΟΣΕ. Ο Θ. Θεοδωρόπουλος υπογράμμισε ωστόσο πως “το δημόσιο, επικαλούμενο εκ συστήματος δημοσιονομικούς λόγους, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς τον ΟΣΕ κατά ένα μικρό μέρος”, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται εδώ και χρόνια μια εξαιρετικά δυσμενής για τον ΟΣΕ κατάσταση. Επίσης στάθηκε στα αίτια που ο ΟΣΕ αναγκάζεται κάθε χρόνο να συνάπτει δάνεια πληρώνοντας τους τόκους και αυξάνοντας τα χρέη του. Αυτά είναι, είπε, η καθηλωμένη τιμολογιακή πολιτική του, τα έργα, το γεγονός ότι το δημόσιο επιχορηγεί μέρος μόνο των υποχρεώσεών του, οι προγραμματικές συμφωνίες για τις οποίες η προβλεπόμενη από το νόμο χρηματοδότηση του δημοσίου δεν υπήρξε και ο μη επιστρεφόμενος ΦΠΑ. Παράλληλα, σημείωσε τις ευθύνες των διορισμένων από το εκάστοτε κόμμα εξουσίας διοικήσεων και της κακοδιαχείρισής τους, έκανε κριτική για τις ευθύνες που αναλογούν στους εργαζόμενους, ενώ απέρριψε τα “κυκλοφορούντα σενάρια” για το μέλλον του Οργανισμού (κλείσιμο εταιρείας, παραχώρηση μετοχών και management της ΤΡΑΙΝΟΣΕ σε ιδιώτες), τονίζοντας ότι αυτές τις θέσεις υποστηρίζουν άνθρωποι που δεν έχουν μελετήσει στοιχειωδώς πώς δημιουργήθηκε το χρέος στον ΟΣΕ.
Ο ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Κιουλάφας, σημείωσε ότι αποτελεί εύκολη απάντηση ότι φταίνε για όλα οι συνήθεις ύποπτοι, οι εργαζόμενοι, για να προσθέσει ότι το χρέος του Οργανισμού είναι “κρυφό έλλειμμα του δημοσίου”. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι “ο ΟΣΕ υποχρεώνεται να λειτουργεί με πολιτικά κριτήρια και αξιολογείται με επιχειρηματικά κριτήρια”, ενώ συμπλήρωσε πως η παραγωγικότητα των εργαζομένων του ΟΣΕ κινείται στα ίδια επίπεδα με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Τέλος, ανέφερε πως “είναι εφικτή η σημαντική μείωση του μεταβλητού κόστους έως και 40%, ο περιορισμός του σταθερού κόστους με τη συνταξιοδότηση εργαζομένων που έχουν ώριμα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, η αύξηση στον τομέα των εμπορευματικών μεταφορών (10-15%) και η αύξηση των εσόδων με αναπροσαρμογή σε ανταποκρινόμενα στη σημερινή πραγματικότητα επίπεδα των τιμών των προσφερόμενων υπηρεσιών”.
Ημερομηνία δημοσίευσης: 05/05/2010
Τις τεράστιες ευθύνες του κράτους και των διορισμένων διοικήσεων από το ίδιο στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας, οι οποίες τον έφεραν στη σημερινή τραγική οικονομική κατάσταση, παρουσίασαν χθες σε συνέντευξη Τύπου οι επιστημονικοί σύλλογοι εργαζομένων του ΟΣΕ. Ταυτόχρονα με τα αίτια, τις ευθύνες και τις σκοπιμότητες των υπεύθυνων, οι εργαζόμενοι προχώρησαν σε ρεαλιστικές και άμεσα εφαρμοζόμενες προτάσεις και για την επόμενη ημέρα του Οργανισμού, προκειμένου αυτός να καταστεί ακηδεμόνευτος, βιώσιμος και προς όφελος της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.
“Στο μάτι του κυκλώνα, ο ΟΣΕ γίνεται πειραματόζωο για την επιβολή των νεοφιλελεύθερων, αντεργατικών και αντιαναπτυξιακών μέτρων του ΔΝΤ και των γραφειοκρατών της Ε.Ε.”. Με τη φράση αυτή ο Θ. Θεοδωρόπουλος, αντιπρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Πτυχιούχων Μηχανικών Τ.Ε. ΟΣΕ, περιέγραψε το ρόλο που επιθυμεί να αποδώσει στον Οργανισμό η κυβέρνηση με την τρόικα. Στη συνέχεια παρουσίασε τις βασικές αιτίες που έφεραν τον Οργανισμό στη σημερινή κατάσταση. Αναφερόμενος στο θεσμικό πλαίσιο, υπενθύμισε τους νόμους 674/1970 και 1300/1972 με τους οποίους το ελληνικό δημόσιο έχει μια σειρά δικαιωμάτων και υποχρεώσεων απέναντι στον ΟΣΕ. Ο Θ. Θεοδωρόπουλος υπογράμμισε ωστόσο πως “το δημόσιο, επικαλούμενο εκ συστήματος δημοσιονομικούς λόγους, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς τον ΟΣΕ κατά ένα μικρό μέρος”, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται εδώ και χρόνια μια εξαιρετικά δυσμενής για τον ΟΣΕ κατάσταση. Επίσης στάθηκε στα αίτια που ο ΟΣΕ αναγκάζεται κάθε χρόνο να συνάπτει δάνεια πληρώνοντας τους τόκους και αυξάνοντας τα χρέη του. Αυτά είναι, είπε, η καθηλωμένη τιμολογιακή πολιτική του, τα έργα, το γεγονός ότι το δημόσιο επιχορηγεί μέρος μόνο των υποχρεώσεών του, οι προγραμματικές συμφωνίες για τις οποίες η προβλεπόμενη από το νόμο χρηματοδότηση του δημοσίου δεν υπήρξε και ο μη επιστρεφόμενος ΦΠΑ. Παράλληλα, σημείωσε τις ευθύνες των διορισμένων από το εκάστοτε κόμμα εξουσίας διοικήσεων και της κακοδιαχείρισής τους, έκανε κριτική για τις ευθύνες που αναλογούν στους εργαζόμενους, ενώ απέρριψε τα “κυκλοφορούντα σενάρια” για το μέλλον του Οργανισμού (κλείσιμο εταιρείας, παραχώρηση μετοχών και management της ΤΡΑΙΝΟΣΕ σε ιδιώτες), τονίζοντας ότι αυτές τις θέσεις υποστηρίζουν άνθρωποι που δεν έχουν μελετήσει στοιχειωδώς πώς δημιουργήθηκε το χρέος στον ΟΣΕ.
Ο ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Κιουλάφας, σημείωσε ότι αποτελεί εύκολη απάντηση ότι φταίνε για όλα οι συνήθεις ύποπτοι, οι εργαζόμενοι, για να προσθέσει ότι το χρέος του Οργανισμού είναι “κρυφό έλλειμμα του δημοσίου”. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι “ο ΟΣΕ υποχρεώνεται να λειτουργεί με πολιτικά κριτήρια και αξιολογείται με επιχειρηματικά κριτήρια”, ενώ συμπλήρωσε πως η παραγωγικότητα των εργαζομένων του ΟΣΕ κινείται στα ίδια επίπεδα με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Τέλος, ανέφερε πως “είναι εφικτή η σημαντική μείωση του μεταβλητού κόστους έως και 40%, ο περιορισμός του σταθερού κόστους με τη συνταξιοδότηση εργαζομένων που έχουν ώριμα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, η αύξηση στον τομέα των εμπορευματικών μεταφορών (10-15%) και η αύξηση των εσόδων με αναπροσαρμογή σε ανταποκρινόμενα στη σημερινή πραγματικότητα επίπεδα των τιμών των προσφερόμενων υπηρεσιών”.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου